DNA για τα ζώα συντροφιάς: Η εμονή για την εφαρμογή ενός αφύσικου μέτρου


Το γεγονός ότι το ελληνικό δημόσιο κατέθεσε αγωγή εναντίον του Πανελλήνιου Κτηνιατρικού Συλλόγου προκάλεσε μεγάλη οργή!

Πώς φτάσαμε όμως σε αυτό σημείο; 

Αιτία της σύγκρουσης η οποία έφτασε στα άκρα είναι πως τέσσερα χρόνια μετά την ψήφιση του Ν.4830/2021 (Νέο πλαίσιο για την ευζωία των ζώων συντροφιάς – Πρόγραμμα «ΑΡΓΟΣ» και λοιπές διατάξεις), όπου ανάμεσα σε άλλα οριζόταν η δυνατότητα αναπαραγωγής των ζώων συντροφιάς μόνο μια φορά, με υποχρέωση στείρωσης από τους φροντιστές των ζώων ή λήψης DNA τους, ο νόμος παραμένει πρακτικά ανεφάρμοστος.

Σε μια νέα συζήτηση γύρω από τα μέτρα που αφορούν τα ζώα συντροφιάς, προτείνεται η υποχρεωτική λήψη DNA για όλα τα κατοικίδια. Το θέμα έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις και διχάζει την κοινή γνώμη, καθώς πολλοί θεωρούν πως είναι υπερβολική και άδικη παρέμβαση σε θέματα ιδιωτικότητας και ιδιοκτησίας, ενώ άλλοι την στηρίζουν ως εργαλείο για την αντιμετώπιση περιστατικών εγκατάλειψης και κακοποίησης. 


Τι προτείνεται και γιατί

Η ιδέα προβλέπει ότι κάθε ζώο συντροφιάς – ιδίως σκύλοι και γάτες – θα καταχωρείται σε μια εθνική βάση DNA από τη στιγμή που υιοθετείται ή αγοράζεται. Στόχος είναι η ταυτοποίηση του ζώου και η σύνδεσή του με τον ιδιοκτήτη για πάντα, ώστε να διευκολύνονται οι διαδικασίες σε περιπτώσεις εγκατάλειψης, απώλειας, κλοπής ή κακοποίησης.

Σε διαφορετική περίπτωση, το κράτος επιβάλλει πρόστιμο ύψους 1.000 ευρώ. Σύμφωνα με τον νόμο, ημερομηνία έναρξης της παραπάνω υποχρέωσης των κηδεμόνων ζώων συντροφιάς ήταν η 1/3/2022.

Πάλι σύμφωνα με τον νόμο, για τη λήψη, καταχώριση και διατήρηση του γενετικού υλικού για τουλάχιστον δώδεκα (12) έτη υποβάλλεται εφάπαξ από τον κηδεμόνα του ζώου συντροφιάς ηλεκτρονικό παράβολο ύψους εκατό τριάντα πέντε (135) ευρώ για κάθε ζώο. Ο φροντιστής του ζώου είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στον κτηνίατρο, επιπλέον, και τα έξοδα αποστολής του δείγματος γενετικού υλικού, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα δέκα (10) ευρώ.

Το ύψος του παράβολου άλλαξε πολλές φορές έκτοτε, με το κόστος να μειώνεται διαρκώς, σε μια προσπάθεια να ξεκινήσει η διαδικασία.

Σε αυτό το πλαίσιο, ιδρύθηκε στο Ιδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών (ΙΙΒΕΑΑ) το Εργαστήριο Φύλαξης και Ανάλυσης Γενετικού Υλικού Ζώων Συντροφιάς (ΕΦΑΓΥΖΣ), το οποίο υπάγεται στο Ελληνικό Κέντρο Γονιδιωματικής. Για την ίδρυση και λειτουργία του ΕΦΑΓΥΖΣ, το ΙΙΒΕΑΑ έλαβε εφάπαξ επιχορήγηση έως 2.000.000 ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Οι υποστηρικτές της πρότασης υποστηρίζουν ότι κάτι τέτοιο θα αποθαρρύνει τους ιδιοκτήτες από ενέργειες όπως η εγκατάλειψη ζώων, η παράνομη εκτροφή ή η αδράνεια απέναντι σε περιστατικά κακοποίησης. Θεωρούν ακόμη ότι μπορεί να συμβάλει στη καλύτερη διαχείριση των κυνοκομείων και στη μείωση του αριθμού των αδέσποτων.

Αντιδράσεις και προβληματισμοί

Αντίθετα, πολλοί κτηνίατροι, κυνηγοί , βοσκοί, φιλοζωικές οργανώσεις και απλοί πολίτες εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις. Θεωρούν ότι το μέτρο είναι:

  • Υπερβολικά παρεμβατικό για την ιδιωτική ζωή των ιδιοκτητών.
  • Δύσκολο στην εφαρμογή και στην παρακολούθηση.
  • Δαπανηρό για τον μέσο ιδιοκτήτη κατοικίδιου.
  • Πιθανώς να μην αντιμετωπίζει ουσιαστικά το πρόβλημα που θέλει να λύσει.
  • Είναι ενάντια στους κανόνες της φύσης 
  • Βλάπτει τα ζώα συντροφιάς 


Τον περασμένο Ιούνιο, εγκύκλιος του υπουργείου Εσωτερικών ζήτησε επίσπευση της εφαρμογής της ρύθμισης. Στις αρχές Ιουλίου, ανακοινώθηκε τετράμηνη παράταση εφαρμογής της υποχρεωτικότητας της στείρωσης ή της λήψης και αποστολής δειγμάτων DNA από τα ζώα συντροφιάς.

Η θέση των πολιτών

Πολίτες που συμμετέχουν στη δημόσια συζήτηση επισημαίνουν ότι ενώ η ιδέα της λήψης DNA μπορεί να ακούγεται ενδιαφέρουσα σε θεωρητικό επίπεδο, στην πράξη δημιουργεί ανησυχίες για το πώς και πού θα χρησιμοποιούνται αυτά τα δεδομένα. Κατά πολλούς, η συλλογή γενετικού υλικού θα πρέπει να γίνεται μόνο για ιατρικούς ή επιστημονικούς λόγους και με πλήρη σεβασμό στην ιδιωτικότητα των ανθρώπων και των ζώων τους.

Εν τω μεταξύ, εκπρόσωποι κυνηγετικων οργανώσεων προτείνουν εναλλακτικές λύσεις που επικεντρώνονται στην εκπαίδευση, την ευαισθητοποίηση και την ενίσχυση των κυνοκομείων και των δημοτικών προγραμμάτων διαχείρισης αδέσποτων.

Τα κυνηγόσκυλα ως σκύλοι εργασίας πρέπει να εξαιρεθούν!

Η δικαστική διαμάχη

O κτηνιατρικός κλάδος στάθηκε εξαρχής απέναντι στο μέτρο κρίνοντας το ως αντιεπιστημονικό και άσχετο με το θέμα της διαχείρισης των αδέσποτων ζώων, με την πλειονότητα των μελών του Πανελλήνιου Κτηνιατρικού Συλλόγου να αρνείται να προχωρήσει στη λήψη DNA, «παγώνοντας» επί της ουσίας τη διαδικασία.

Σύμφωνα με τον Πανελλήνιο Κτηνιατρικό Σύλλογο, στόχος της ρύθμισης είναι αφενός η «φωτογραφική» διάθεση δημόσιου χρήματος αλλά και η φοροεισπρακτική αντιμετώπιση των ιδιοκτητών ζώων συντροφιάς.

Με τη σειρά του, το δημόσιο, με την πρόσφατη αγωγή που κατέθεσε ενάντια στον ΠΚΣ, ζήτησε να κηρυχθεί άκυρη και παράνομη η απόφαση των κτηνιάτρων για συνεχιζόμενη αποχή από τη λήψη δειγμάτων DNA που προβλέπει ο νόμος 4830/2021.


Οι αντιρρήσεις και τα ερωτήματα των κτηνιάτρων

Σύμφωνα με τον Βαγγέλη Παλαιοδήμο, πρόεδρο της Ομοσπονδίας Ζωοφιλικών Σωματείων Ελλάδας, παρά τη σημασία του ζητήματος, κατά τη συζήτηση της εν λόγω ρύθμισης στη Βουλή δεν παρουσιάστηκαν επιστημονικά δεδομένα που να τεκμηριώνουν τη δυνατότητα ταυτοποίησης γεννητόρων εγκαταλελειμμένων ζώων η οποία να έχει δημοσιευθεί σε διεθνή περιοδικά ενώ δεν έχει απαντηθεί και το αν αυτή η πρακτική εφαρμόζεται σε άλλες χώρες.

Οπως σημειώνει ο κ. Παλαιοδήμος: «Μέχρι και σήμερα δεν έχουν κατατεθεί από την κυβέρνηση επιστημονικά στοιχεία- μελέτες αναφορικά την χρήση της κτηνιατροδικαστικής γενετικής, την επιβολή δηλαδή προστίμων και ποινών από τις αρχές επιβολής του νόμου, βάσει του γενετικού υλικού. Επίσης, στο πλαίσιο κοινοβουλευτικού ελέγχου, υποβλήθηκαν ερωτήσεις και αιτήματα κατάθεσης εγγράφων που αφορούσαν τη λήψη και ανάλυση γενετικού υλικού ζώων συντροφιάς, με τα ερωτήματα να παραμένουν μέχρι σήμερα αναπάντητα, παρότι οι Υπουργοί υποχρεούνται να απαντούν εντός 25 ημερών».

Ο κ. Παλαιοδήμος σημειώνει πως μετά από τις ερωτήσεις που κατατέθηκαν στη Βουλή και την πίεση της Ομοσπονδίας Ζωοφιλικών Σωματείων Ελλάδας, τελικά στις 30 Μαΐου 2025, η Ειδική Γραμματεία Ζώων του υπουργείου Εσωτερικών διαβίβασε τελικά έγγραφο με τα ερωτήματα της Ομοσπονδίας στο Εργαστήριο DNA της Ακαδημίας Αθηνών για να δοθούν απαντήσεις. Μέχρι και σήμερα τα ερωτήματα δεν έχουν απαντηθεί.

Μιλώντας στο in, η Βασιλική Ζαφειροπούλου, μέλος του Πανελλήνιου Κτηνιατρικού Συλλόγου και μέλος ΔΣ του Γεωτεχνικού Επιμελητήριου Ελλάδας σημειώνει τα εξής: «Δεν αμφισβητεί κανείς την επιστημονική επάρκεια του ΙΙΒΕΑΑ να διεκπαιρέσωσει την εργασία της ταυτοποίησης του DNA. Αυτό που αμφισβητούμε οι κτηνίατροι είναι αν αυτό το μέτρο είναι όντως αποτελεσματικό για τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων συντροφιάς στη χώρα μας. Καταρχάς, δεν υπάρχει σαφής και εμπεριστατωμένη εικόνα του αριθμού των αδέσποτων ζώων στην Ελλάδα. Η Πολιτεία και κάποιες φιλοζωικές οργανώσεις κάνουν λόγο για 3.000.000 αδέσποτα ζώα, είναι όμως έτσι;»

»Πώς τεκμηριώνεται αυτός ο αριθμός; H εμπειρία των κτηνιάτρων στο πεδίο, μας λέει πως είναι υπερβολικός. Επίσης δεν αποδεικνύεται ότι όσα ζώα είναι αδέσποτα έχουν προκύψει από εγκατάλειψη δεσποζόμενων ζώων συντροφιάς, το οποίο είναι το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης».


Η συζήτηση συνεχίζεται, καθώς η πρόταση για λήψη DNA στα ζώα συντροφιάς έχει ήδη μπει στην ατζέντα των φορέων και αναμένεται να προκαλέσει περαιτέρω αντιπαραθέσεις και δημοσιεύματα το επόμενο διάστημα.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

0 Σχόλια